ΦΑΥΣΤΑ: 
Ακούω ήχον κώδωνος. Ας σηκωθώ κι' ας τρέξω.
Πτωχός ζητιάνος θα πεινά και θα κρυώνει έξω.
(Όρθια, κοντοστέκεται σε φρικτή αμφιβολία)
Αλλά αν δεν είν' κανείς πτωχός και είναι δολοφόνος;
(Βλέμμα αγωνίας γύρω της)
Είμαι ανυπεράσπιστος εν μέσω του σαλώνος...



ΦΑΥΣΤΑ 

του ΜΠΟΣΤ | στο BLackBOX του Θεάτρου

συντελεστές

Σκηνοθεσία | Φωτισμοί: Σπύρος Κολιαβασίλης
Σκηνογραφία | Ενδυματολογία: Ευανθία Λυγνού
Μουσική Επιμέλεια | Εφέ: Θανάσης Τσόδουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Νεφέλη Ασαργιωτάκη
Βοηθός σε σκηνογραφία | ενδυματολογία: Ελένη Βαμποράκη
Θεατρολογικά: Σοφία Γκίτζου

Τους χαρακτήρες παίζουν οι ηθοποιοί (αλφαβητικά):

Αντρέας Βελέντζας
Βίκυ Κολτσίδα
Μαριέττα Λούμπα
Κωνσταντίνος Μακρής
Θανάσης Τσόδουλος
Νάνσυ Χρυσικοπούλου

Επιμέλεια Φροντιστηρίου | Κατασκευές: Ελένη Βαμποράκη
Κατασκευές Σκηνικού: Νίκος Φυριππής
Ραψίματα | τροποποιήσεις ενδυμάτων: Πέννυ Μητσιάλη
Οργάνωση Παραγωγής: Ηλέκτρα Λιούμη

info

Πρεμιέρα

ΣΑΒΒΑΤΟ 4 ΑΠΡΙΛΙΟΥ στις 20:15
______

Παραστάσεις

ΚΥΡΙΑΚΗ (ΒΑΪΩΝ) 5 ΑΠΡΙΛΙΟΥ
ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ 6 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

και

ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΑ
από 25 ΑΠΡΙΛΙΟΥ έως 17 ΜΑΪΟΥ

'Ώρα Παραστάσεων 20:15
______

Διάρκεια παράστασης
75 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)


Καταλληλότητα: 8+
(μόνο με την συνοδεία κηδεμόνα)

Δελτίο Τύπου

λίγα λόγια για το έργο

Έργο ιδιότυπο, η "Φαύστα", αποτελεί δημιούργημα της σύγχρονης ελληνικής θεατρικής γραφής, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

Έργο ευφυές, γνωστό αλλά και αγαπημένο στο ευρύ κοινό, λόγω της καυστικής σάτιρας και του σουρεαλιστικού του ύφους.
Κάτι που δικαιολογεί και τη μεγάλη παραστασιολογία της "Φαύστας" μιας και είναι ανάμεσα στα έργα του νεοελληνικού ρεπερτορίου, που ανεβαίνουν πιο συχνά από θιάσους. 

Η "Φαύστα" (ή "Η απωλεσθείς κόρη" όπως είναι ο δεύτερος τίτλος) γράφτηκε το 1964 από τον Χρύσανθο Μέντη Μποστατζόγλου, γνωστό ως ΜΠΟΣΤ. Αποτελεί ένα από τα πιο εμβληματικά του έργα, και έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς στην ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου, καθώς καθιέρωσε το ιδιαίτερο σατιρικό ύφος του Μποστ στη σκηνή.

Πρωτοπαίχτηκε τον ίδιο χρόνο, από τον θίασο της "Ελεύθερης Σκηνής" (του Γιώργου Εμιρζά), ο οποίος εκείνη την εποχή αναζητούσε νέα, άπαιχτα ελληνικά έργα.

Για την ιστορία, ο Μποστ είχε αρχικά δώσει το χειρόγραφο στον Κάρολο Κουν για το Θέατρο Τέχνης. Μετά από μεγάλη περίοδο αναμονής και πιστεύοντας ότι ο Κουν το είχε απορρίψει, το παρέδωσε στον Γιώργο Εμιρζά.

Η υποδοχή της Φαύστας το 1964 ήταν μια στιγμή αμηχανίας αλλά και ενθουσιασμού για το ελληνικό κοινό και την κριτική, καθώς το έργο έφερε μια επαναστατική μορφή σάτιρας που δεν έμοιαζε με τίποτα από όσα είχαν παρουσιαστεί μέχρι τότε στη σκηνή.

• Η κριτική της εποχής διχάστηκε, καθώς ο Μποστ χρησιμοποιούσε μια γλώσσα που πολλοί θεωρούσαν "ιερόσυλη" ή ακατανόητη. Οι κριτικοί δυσκολεύτηκαν να ταξινομήσουν το έργο. Ήταν παρωδία, σουρεαλιστική κωμωδία ή πολιτική σάτιρα; Η εσκεμμένα "ανορθόγραφη" καθαρεύουσα και ο δεκαπεντασύλλαβος σόκαραν τους παραδοσιακούς θεατρόφιλους. Παρά τις επιφυλάξεις, αναγνωρίστηκε αμέσως ότι ο Μποστ δημιούργησε ένα νέο είδος λαϊκού θεάτρου που καυτηρίαζε τον μικροαστισμό και την πνευματική ημιμάθεια της μετεμφυλιακής Ελλάδας.

Πολλοί κριτικοί είδαν στη σκηνή τη ζωντανή μεταφορά των διάσημων σκίτσων του (όπως ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα), γεγονός που βοήθησε στην αποδοχή του έργου από το ευρύτερο κοινό που ήδη τον γνώριζε από τα σκίτσα και τις γελοιογραφίες του, στις εφημερίδες.

Αν και η παράσταση του 1964 από την Ελεύθερη Σκηνή ήταν τολμηρή, η πλήρης καλλιτεχνική δικαίωση της Φαύστας ήρθε χρόνια αργότερα, με τις παραστάσεις του Θεάτρου ΣΤΟΑ του Παπαγεωργίου και της Πρωτοψάλτη, όταν το έργο άρχισε να αναλύεται ως μια βαθιά πολιτική, κοινωνική αλλά και διαχρονική, "ιλαροτραγωδία".

• Η ιδέα για τον Μποστ, προέκυψε από ένα σκίτσο, που απεικόνιζε έναν καρχαρία να καταπίνει ένα παιδί που έκανε το μπάνιο του στη θάλασσα.

• Αυτός είναι και ο βασικός άξονας του έργου: μια κόρη που χάνεται καθώς κολυμπούσε, ενώ ο πατέρας της ψάρευε αμέριμνος. Η κόρη ξαναβρίσκεται μετά από χρόνια από τον ίδιο, στην κοιλιά ενός θαλάσσιου ψαριού - τέρατος. 

Ο Μποστ, με το ιδιαίτερο σατιρικό του ύφος, την καυστική κριτική στη νεοελληνική πραγματικότητα και τη χαρακτηριστική "άναρχη" γραφή με σκόπιμα ανορθόγραφα στοιχεία, συγγράφει, με υπέροχα δομημένη πλοκή, την Φαύστα του, δημιουργώντας ευφάνταστες κορυφώσεις γέλιου και ειρωνείας. 

• Εμπλέκει, όπως κάνει πάντα στα σκίτσα και στα γραπτά του,
την πραγματικότητα με την υπερβολή,
την ιστορία με την σύγχρονη εποχή,
το "παρελθόν" με το "τώρα".

• Καταφέρνει, έτσι, να δημιουργήσει μοναδικούς χαρακτήρες και να αναπτύξει ευφυέστατες ιστορίες. 

περίληψη

Η ιστορία μάς παρουσιάζει τη ζωή ενός ζευγαριού: της Φαύστας και του Γιάννη, που παρουσιάζονται ως δύο φιγούρες που διαθέτουν όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά της αστικής τάξης: οικονομικά ευκατάστατοι, με υπηρετικό προσωπικό, ενασχολήσεις με χόμπι όπως το ψάρεμα και το κέντημα, με ρεμβασμούς και κουτσομπολιά. Τύποι αφελείς αλλά ταυτόχρονα ειρωνικά ξιπασμένοι, αλλά και με όλες τις ευαισθησίες που πρέπει να έχει ένας αστός, για τους πτωχούς, τους άπορους, τις κοινωνικές αδικίες.

Το ίδιο και η Ελένη, η φίλη της Φαύστας που θα την επισκεφτεί για να της μεταφέρει άλλα κουτσομπολιά και ειδήσεις. 

Ο Γιάννης έπειτα επιστρέφει από το ψάρεμα, κατασκασμένος. Φέρνει άσχημα νέα στη Φαύστα. Η μικρή τους τετράχρονη κόρη, χάθηκε στη θάλασσα. Παρ' όλες τις προσπάθειες της Φαύστας να τον καθησυχάσει, τελικά διαπιστώνεται η σκληρή αλήθεια. Αλλά μια βόλτα στο Φάληρο θα αλλάξει την τραγική  ατμόσφαιρα της απώλειας.

Η Μαριάνθη, η γριά οικονόμος της οικογένειας, θα μας ενημερώσει για την πορεία των πραγμάτων, μέχρι τη στιγμή που οι περίλυποι γονείς, καθώς καθαρίζουν στην κουζίνα ένα θαλάσσιο κύτος για να το ψήσουν και φυσικά να το φάνε, ανοίγοντας την κοιλιά του - ω του θαύματος - βρίσκουν μέσα το Ριτσάκι που δεν είναι πια τεσσάρων, και που ζώντας όλα αυτά τα χρόνια στην κοιλιά του τέρατος της θαλάσσης, ταξίδεψε και γνώρισε όλο τον κόσμο. 

Αλλά η επανένωση δεν είναι η αναμενόμενη. Η Φαύστα και ο Γιάννης και η Μαριάνθη, αντιμετωπίζουν την κατάσταση με μια τρομακτική αστική ευγένεια και επιπλέον τα πράγματα παίρνουν άσχημη τροπή όταν το Ριτσάκι, καθώς μυρίζει σαν ψάρι, τρώγεται από γάτες.

Ο χρόνος κυλάει, και το νέο πως ξαναβρέθηκε κορίτσι σε κύτους κοιλιά, από στόμα σε στόμα, φτάνει στα αφτιά πολλών ζευγαριών, που έχουν αγόρια με παρόμοιες ιστορίες: χαμένα στη θάλασσα μα που ξανασμίγουν με τις οικογένειές τους, ξεπηδώντας μέσα από κοιλιές τεράστιων ψαριών. Ένα από αυτά τα ζευγάρια είναι και η κυρία και ο κύριος Ιατρού. Που θα επισκεφτούν την οικία της Φαύστας και του Γιάννη για να προτείνουν γάμο. Όμως μαθαίνουν τα άσχημα νέα...

...............

Στο έργο παρεμβαίνουν και άλλοι - έτσι από άποψη - όπως ένας μάγειρας, και ένας γέρος υπηρέτης, καθώς και ένας Οθωμανός, ένας βράχος, ένας Έλληνας στρατιώτης, ο Καραϊσκάκης, μερικοί εμπειρικοί γιατροί του '21, τρεις βεδουίνοι και τρία έπιπλα, ένα κουδούνι, πέντε είδωλα καθρέφτη και... η γιαγιά "της δυστυχής Ριτσάκι". 

ΜΠΟΣΤ
(Χρύσανθος Μέντης Μποστατζόγλου)
1918 - 1995

Ένας από τους πιο σημαντικούς σατιρικούς δημιουργούς του 20ού αιώνα στην Ελλάδα.

Ο Μποστ (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Χρύσανθου Μέντη Μποσταντζόγλου) υπήρξε ένας από τους πιο πολυδιάστατους και επιδραστικούς Έλληνες καλλιτέχνες, γνωστός για το έργο του ως σκιτσογράφος, γελοιογράφος, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός και ζωγράφος. 

Η ζωή του ήταν εξίσου αντισυμβατική με το έργο του, γεμάτη μετακινήσεις, πολιτικές διώξεις και μια διαρκή αναζήτηση για καλλιτεχνική έκφραση. 

Γεννήθηκε στις 7 Νοεμβρίου 1918 στην Κωνσταντινούπολη. Λόγω των ιστορικών ανακατατάξεων, η οικογένειά του έζησε στη Ρουμανία (1920–1926) πριν εγκατασταθεί οριστικά στην Αθήνα. Το όνομα "Μέντης" το απέκτησε ως μαθητής γυμνασίου (παραφθορά του Μποσταντζόγλου) και το κράτησε ως το κύριο όνομα με το οποίο τον γνώριζαν οι φίλοι του.

Το 1939 εισήχθη στη Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά την εγκατέλειψε μόλις μετά από έξι μήνες, προτιμώντας να ακολουθήσει τη δική του ανεξάρτητη πορεία.

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής εντάχθηκε στο ΕΑΜ (1942) και πήρε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση.

Παντρεύτηκε τη Μαρία Παπαγιαννακοπούλου το 1948. Απέκτησαν δύο γιους: τον Κώστα (γραφίστας) και τον Γιάννη (τον γνωστό ηθοποιό Γιάννη Μποσταντζόγλου).

Το 1966, θέλοντας να ξεφύγει από την πίεση του καθημερινού Τύπου, άνοιξε το δικό του κατάστημα όπου ζωγράφιζε και διακοσμούσε αντικείμενα καθημερινής χρήσης (πιάτα, ποτήρια), συνδυάζοντας τη λαϊκή τέχνη με το σουρεαλισμό.

Πριν γίνει διάσημος σκιτσογράφος, εργάστηκε στην εφημερίδα Καθημερινή ως ταμίας και βιβλιοθηκάριος.

Λόγω του ριζοσπαστικού χαρακτήρα των σκίτσων του και των πολιτικών του πεποιθήσεων (ήταν ενεργός στον χώρο της Αριστεράς) αντιμετώπισε δικαστικές περιπέτειες, ενώ κατά τη διάρκεια της Χούντας (1967–1974) υπέστη διώξεις.

Πολιτεύτηκε δύο φορές: με την ΕΔΑ (1964) και αργότερα με το ΚΚΕ (1981, 1985), χωρίς ωστόσο να εκλεγεί.

Ο Μποστ έφυγε από τη ζωή στις 13 Δεκεμβρίου 1995.


Το έργο του

Το έργο του χαρακτηρίζεται από έναν εντελώς προσωπικό κώδικα.

Κύρια γνωρίσματα.
• «ανορθόγραφη» γλώσσα: Χρησιμοποιούσε μια εσκεμμένα κακοποιημένη καθαρεύουσα με σκόπιμα ορθογραφικά λάθη, σατιρίζοντας τον ημιμαθή νεοέλληνα της εποχής και τον καθωσπρεπισμό.
• σάτιρα και παρωδία: διασκεύαζε κλασικούς μύθους και ιστορικά πρόσωπα για να καυτηριάσει την κοινωνική και πολιτική επικαιρότητα.

• Θέατρο:
Οι πιο εμβληματικές του κωμωδίες παραμένουν δημοφιλείς και ανεβαίνουν συχνά: Φαύστα
Μήδεια, Μαρία Πενταγιώτισσα, Ρωμαίος και Ιουλιέτα, Δον Κιχώτης, Κλεοπάτρα, Ο κουτσός κ.α.

• Γελοιογραφία: Δημιούργησε εμβληματικούς χαρακτήρες όπως η Μαμά-Ελλάς, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα, αποτυπώνοντας με πικρό χιούμορ την ανέχεια και τα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας.

• Μουσική & Στίχοι: Έγραψε στίχους για γνωστά τραγούδια, όπως τα Οι Νεκροθάπται, Ο Αλή Πασάς, σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου,
Η Νήσος των Αζορών, Η Ρομβία, Σερενάτα, σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, Το Φρικτόν Πάθος, Τα Δύο Θηρία, σε μουσική Θέμη Ανδρεάδη, κ.α.

• Ζωγραφική: Το στυλ του "ναΐφ", θυμίζοντας λαϊκή τέχνη, και συχνά συνοδευόταν από τις χαρακτηριστικές λεζάντες του.

Το αρχείο του και πολλά από τα έργα του είναι διαθέσιμα μέσα από αφιερώματα του Αρχείου της ΕΡΤ. 

σκηνοθετικά 

Σπύρου Κολιαβασίλη

Η ενεργοποίηση των αισθήσεων, από ερεθίσματα και γεγονότα της πραγματικότητας, είναι μια κατάσταση της φυσιολογίας του ανθρώπου. Η κατανόηση όμως και η προσπάθεια εξιστόρησης των σημάτων αυτών και των γεγονότων, είναι άλλο πράγμα:
είναι ζήτημα αντίληψης, παιδείας αλλά και ικανότητας μεταφοράς τους σε τρίτους - μέσω προφορικού ή γραπτού λόγου.

Λοιπόν, αυτή η ικανότητα μεταφοράς, η ικανότητα εξιστόρησης, είναι ευθέως εξαρτώμενη από αυτό που ονομάζουμε: ταλέντο, χάρισμα. Και σαφώς είναι αυτή που, ως βασικό χαρακτηριστικό του, φέρει ένας καλλιτέχνης.

Η ικανότητα αυτή, εμπλουτίζεται καμιά φορά και από το δαιμόνιο του Σωκράτη ή τη μούσα ή - πιο απλά - από την έμπνευση.

Ναι, γιατί οι ιδιαιτερότητες στην έκφραση, που επηρεάζονται από το δαιμόνιο του Σωκράτη ή τη μούσα ή - πιο απλά - από την έμπνευση, είναι και αυτές συνιστώσες της εξιστόρησης.

Κάποιοι φέρουν μια υπερβολή στον τρόπο που απευθύνονται.
Άλλοι είναι πιο ρεαλιστές. Τα λένε πιο ισορροπημένα.
Άλλοι βάζουν και δικά τους στοιχεία. Από το μυαλό τους.
Στοιχεία και περιγραφές που ίσως και να μην υπήρξαν ποτέ.
Να και η φαντασία.
Να και η άποψη: από ποια μεριά το βλέπεις; Αυτό που λέμε: «πώς την είδες;» ή «πώς την έχεις δει;». Ως τί; Ως ποιος; Τί θες να πεις;

Τόσα ερωτήματα, τόσες σκέψεις. Τόσες και τόσες σελίδες χαμένες, σημειώσεις, σχέδια και μουτζούρες, που καμιά φορά το αφηρημένο στιλό ή μολύβι τις μετατρέπει σε σκόπιμα σκιτσάκια…

Αγαπητέ μας Μέντη, είμαστε εδώ για να συνεχίσουμε να κρατάμε ζωντανή την καλλιτεχνία σου. Με σεβασμό να σταθούμε πλάι στο έργο σου, για να προσπαθήσουμε να αναμετρηθούμε με τη δική σου εξιστόρηση. Εσύ μας τα είπες όπως μας τα είπες και πρωτοτύπησες. Δημιούργησες τον δικό σου ολόφωτο χώρο.

Γιατί ναι!

Πίσω από την καυστική σου άποψη για τούτον τον κόσμο, μάς είπες αλήθειες. Μας αποκάλυψες την ειρωνεία του πράγματος.
Μάς έβαλες και πινελιές ονείρου και υπερβολής, για να φαντάζουν τα ερεθίσματα των αισθήσεών μας πιο ακίνδυνα.

Για να μη φοβόμαστε «τα θαλάσσια τέρας». Να εξοντώσουμε «όλες τις τεράτις». Και όλες τις «ξεπηδών απόψεις εκ του τέρας».
Αλλά κυρίως μιλάς για μάς. Μήπως και κατανοήσουμε, μήπως αποκτήσουμε παιδεία, και έτσι να καταφέρουμε να φτιάξουμε με περισσότερο χιούμορ ετούτον τον κόσμο τον γελοίο και φρενοβλαβή. 

γενική είσοδος

14€

Για ενήλικες.

ειδική είσοδος

10€

Για μαθητές, φοιτητές, ΑμεΑ, ενήλικες άνω των 65, ανέργους.

μέλη και ατέλειες

  6€